(απαραίτητο για την ψηφοφορία των ταινιών)
(απαραίτητο για το σχολιασμό των ταινιών)

Στατιστικά

  • Σύνολο μελών: 6466

Τυχαίες ταινίες

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος

Η γέφυρα

Έτος:
1995

Ιστορικό

Ένα σημείωμα του σκηνοθέτη για τον ΝυμφίοΤο 1992, έλαβα μέρος στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας με την ταινία μου Πύργος – Τάκης Σινόπουλος (26 λεπτά) και τιμήθηκα με το Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ. Το βραβείο συνοδευόταν και με μια επιχορήγηση της επόμενης ταινίας μου από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου – μια ευγενική προσφορά, που δεν άργησα να την αξιοποιήσω: ο Νυμφίος γυρίστηκε αρχές καλοκαιριού του 1994, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Δράμας την ίδια χρονιά και τιμήθηκε με το Β΄ Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας, ανοίγοντάς μου το δρόμο για μια σειρά ταινίες μικρού μήκους (Recitativo, Jazz, Καφές, Αλληλουχία των κήπων, Μπαρόκ) που δε σκοπεύω να την τερματίσω γρήγορα: ήδη, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (Μάρτιος 2007) προετοιμάζω την επόμενη, με τίτλο Εσωτερικό, νύχτα.Κάθε ταινία είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς. Καμία ταινία δεν πετυχαίνει τον ταπεινό ή μεγαλεπήβολο στόχο της αν ο σκηνοθέτης δεν εμπνεύσει τους συνεργάτες του ώστε να μπορέσει να στηριχτεί σ’ αυτούς. Στην περίπτωση του Νυμφίου, είχα την τύχη όχι μόνο να στηριχτώ σε συνεργάτες που καθένας τους κατέθεσε τον καλύτερο εαυτό του, αλλά και να εμπνευστώ εγώ απ’ αυτούς. Είμαι περήφανος για τον Νυμφίο, αν μη τι άλλο για την εκ μέρους μου επιλογή εξόχως ταλαντούχων συνεργατών που αγκάλιασαν την ιδέα μου και συνέβαλαν, ο καθείς με την τέχνη του, σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω να κάνω στη θαυμάσια ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα: ενσάρκωσε ιδανικά τη Γυναίκα που, σε μια κρίσιμη καμπή της ηλικίας της, διαλέγει τον κίνδυνο της ζωής και του έρωτα από την ασφάλεια της συντήρησης και της μοναξιάς.Τέλος, αντί για «λίγα λόγια για την ταινία», προτιμώ να παραθέσω το κομμάτι «Ιδέα για διήγημα: Ιδού ο νυμφίος έρχεται», όπως περιλαμβάνεται στη συλλογή πεζών μου Μουσική (Ύψιλον, 1995):Μια μοναχική, γερασμένη γυναίκα νιώθει μια ολοένα και πιο έντονη έλξη για έναν νεαρό οικοδόμο που δουλεύει απέναντι στο σπίτι της. Όταν ο νεαρός τη συλλαμβάνει να τον κοιτάζει, αρχίζει να την προκαλεί. Ξετρελαμένη από ένα πρωτόγνωρο και ακατανίκητο πάθος, η γυναίκα αποφασίζει να χαρεί για πρώτη φορά στη ζωή της ό,τι είχε στερηθεί τόσα χρόνια. Η τελευταία θνησιγενής αναστολή της είναι κάτι πολύτιμα κοσμήματα που φυλάει σε μια παλιά σερβάντα, στο σαλόνι. Τον καλεί για καφέ. Εκείνος έρχεται όπως είναι: σχεδόν γυμνός, επικίνδυνα πρόστυχος. Την αγκαλιάζει. Η γυναίκα τού λέει για τα κοσμήματα, του λέει τόσον καιρό δεν ήθελα να σε καλέσω γιατί φοβόμουν τα κοσμήματα. Ο έρωτάς τους είναι ακατάσχετος, παράφορος. Τελειώνοντας, η γυναίκα κλαίει με λυγμούς. Εκείνος την αιφνιδιάζει μ’ ένα αδέξιο χάδι στα μαλλιά. Της λέει φεύγω τώρα, βάζει το σορτσάκι του. Η γυναίκα μένει στο κρεβάτι, τον ακούει που διασχίζει το σπίτι, τον ακούει να κοντοστέκεται, σιωπή, μπρος στη σερβάντα θα ’ναι, σκέφτεται, εκεί έχει σταματήσει, ύστερα από λίγο να τος πάλι, σέρνει χυδαία τις σκισμένες του παντόφλες, φτάνει στην πόρτα, την ανοίγει, φεύγει. Η γυναίκα αφήνει να περάσουν ώρες, κάποτε σηκώνεται, έχει βραδιάσει, το κορμί της είναι απίστευτα βαρύ. Τραβάει για την κουζίνα να ψήσει καφέ. Μπορεί και να ’ναι ευτυχισμένη, δεν το ξέρει ακόμα, δεν μπορεί να πει. Περνάει απ’ τη σερβάντα, θυμάται. Όλα φαίνονται στη θέση τους. Πίνει τον καφέ  της έρχονται στο νου ο πατέρας της, τα χρόνια στην επαρχία, κάτι ανοιχτά πουκάμισα που άφησε να την προσπεράσουν. Χαμογελάει.