(απαραίτητο για την ψηφοφορία των ταινιών)
(απαραίτητο για το σχολιασμό των ταινιών)

Στατιστικά

  • Σύνολο μελών: 6560

Τυχαίες ταινίες

Προβολή της ταινίας

Περιπτώσεις του ΟΧΙ

Απρίλιος 2007. Κείμενο του Γιάννη Φραγκούλη για την ταινία "Περιπτώσεις του Οχι".

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΧΙ
αντίθετα νοήματα

Το 1965 ο Λάκης Παπαστάθης και ο Δημήτρης Αυγερινός κάνουν την ταινία οι «Περιπτώσεις του Όχι». Μέσα σε 11 λεπτά περνά μπροστά από τα μάτια του θεατή η Κατοχή και γίνεται μια σύνδεση με τη σύγχρονή τους εποχή. Ήδη έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο στο ελληνικό ντοκιμαντέρ, αυτό έχει ανανεωθεί και είναι μια μορφή κινηματογράφου και όχι ένα παρακινηματογραφικό είδος. Μια κίνηση κινηματογραφιστών, στην οποία συμμετείχε και ο Παπαστάθης, είδε ότι το ντοκιμαντέρ είναι κινηματογράφος και όχι ένα εύκολος τρόπος να κάνουμε κινηματογράφο. Έδωσε σε αυτό όλες τις κινηματογραφικές αρετές, εισάγοντας έτσι στο ελληνικό κινηματογραφικό χώρο ότι ίσχυε στις άλλες χώρες και ιδιαίτερα στη Σοβιετική Ένωση (Βερτόφ κ.ά.), στη Γαλλία (Μαρκέρ, Ρους), στην Αγγλία (Φλάερτι, Γκρίερσον) και στις ΗΠΑ (Λεκόκ κ.ά.).

Αυτή η ταινία είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να δούμε πως μπορούμε από ένα ντοκουμέντο να κάνουμε μια «κανονική» αφήγηση και μάλιστα με τον πιο απλό και ανέξοδο τρόπο. Ο Παπαστάθης και ο Αυγερινός χρησιμοποιούν φωτογραφίες, σκίτσα, εφημερίδες της εποχής και δημοσιεύματα που περιγράφουν το τι γινόταν επί Κατοχής. Τα δημοσιεύματα διαβάζονται, ο θεατής ακούει κάποιον να τα διαβάζει χωρίς να το βλέπει (φωνή off). Έτσι έχουμε δύο διαφορετικές αφηγήσεις.

Η πρώτη αφήγηση είναι οι φωτογραφίες και τα σκίτσα, όλα αυτά θα μπορούσαν από μόνα τους να θεμελιώσουν μια δικιά τους και αυτοτελή αφήγηση. Όλοι ξέρουμε τα γεγονότα και μπορούμε πολύ εύκολα να ταυτίσουμε τις εικόνες με τη χρονολογική κατάταξη των δεινών των Ελλήνων από τους Γερμανούς. Εξάλλου, από την αρχή προσδιορίζεται ότι θα μιλήσουμε για αυτή την περίοδο. Κατά συνέπεια, ο θεατής μπορεί να φτιάξει τη δική του αφήγηση, βλέποντας μόνο αυτές τις εικόνες και προσθέτοντας αυτά που ήδη ξέρει και αυτά που πιστεύει για τη γερμανική Κατοχή.

Η δεύτερη αφήγηση είναι αυτή του αόρατου αφηγητή (φωνή off) που διαβάζει δημοσιεύματα του γερμανικού πρακτορείου ειδήσεων. Εδώ παρουσιάζονται τα γεγονότα από τη μεριά των Γερμανών. Αυτός που ακούει, χωρίς να βλέπει τις εικόνες που προαναφέραμε, σχηματίζει μια εντύπωση για την Ελλάδα, όταν βρισκόταν υπό γερμανική Κατοχή, που είναι αυτή που ήθελε το γερμανικό πρακτορείο προπαγάνδας να περάσει.

Τι γίνεται όμως όταν αυτές οι δύο αφηγήσεις συνευρίσκονται; Οι δύο αυτές αφηγήσεις χωρίζονται από ένα μεγάλο χώρο ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στις παράλληλές τους τροχιές. Αν λοιπόν φανταστούμε δύο παράλληλες γραμμές, τη μία και την άλλη αφήγηση, τότε αυτός ο χώρος είναι ένα παραλληλόγραμμο που είναι ανοιχτό από τις δύο πλευρές του. (Θα δούμε αργότερα γιατί.) Σε αυτό το παραλληλόγραμμο υπάρχουν ιδέες, ως πρώτη ύλη, που συμβιώνουν και δημιουργούν νέες, κατ’αρχήν στον ίδιο το φιλμικό χώρο, κατά δεύτερο λόγο στο χωροχρόνο της προβολής και, κατά τρίτο λόγο, στο μετά την προβολή χρόνο, στη μεταθέαση.

Ο θεατής γίνεται αυτόματα αναγνώστης του φιλμικού κειμένου (ή καλύτερα των φιλμικών κειμένων), κατόπιν του τελικού φιλμικού κειμένου που αποτυπώνεται στο φιλμ του μυαλού του και της συνείδησής του, δημιουργεί, με άλλα λόγια μια δικιά του άποψη, μπορεί να κριτικάρει τόσο τη γερμανική προπαγάνδα όσο και την κατάσταση εκείνη τη χρονική περίοδο, τις δυνάμεις κατοχής και την ελληνική διακυβέρνηση, η οποία ήταν κάτω από τις διαταγές των Γερμανών. Η έννοια «προδότης», για παράδειγμα, εννοείται, δε λέγεται. Το ίδιο οι έννοιες «καταπίεση», «ανθρωπιά», «πείνα», εξαθλίωση», «ελευθερία» κ.λπ.

Η ανάγνωση του φιλμικού κειμένου λειτουργεί, κατά συνέπεια, στη φαντασία, ανοίγοντας το φιλμικό χώρο προς πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Εδώ θεωρούμε τις δύο ανοιχτές πλευρές του παραλληλόγραμμου που αναφέραμε πιο πάνω. Και αν ο κινηματογράφος έχει να κάνει εν πολλοίς με τη φαντασία, όπως έχει ειπωθεί από πολλούς θεωρητικούς της Έβδομης Τέχνης, τότε έχουμε μια εξέχουσα περίπτωση που με πολύ απλό τρόπο κάνουμε κινηματογράφο.

Το τέλος, μια δραματουργική αναπαράσταση ενός Γερμανού στρατιωτικού και η Αθήνα της δεκαετίας του 1960, μας αναγκάζει να κάνουμε μια σύγκριση με το τότε και με το σήμερα. Ακόμα μια φορά μια ιδεολογική αντίστιξη που γίνεται με δύο απλές σεκάνς οι οποίες, επί πλέον, δε μοντάρονται σύμφωνα με το αϊζενσταϊνικό μοντέλο του μοντάζ.

Γιάννης Φραγκούλης

Σχόλια

Γιάννης Φραγκούλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές, φοίτησε Χημεία στον Καναδά και στη Γαλλία, και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής στην Αθήνα και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία (εφημερίδες και περιοδικά), την κριτική και τη θεωρία του κινηματογράφου. Εξέδωσε τα περιοδικά «αντι-Κινηματογράφος» και «Κινηματογράφος και Επικοινωνία». Παραδίδει σεμινάρια κινηματογράφου και έχει συγγράψει διάφορα κινηματογραφικά βιβλία. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, του European Documentary Network, της Ένωσης Πολιτιστικών Συντακτών και του «μικρό», Σωματείο για την προώθηση της ταινίας μικρού μήκους, Πρόεδρός του στο παρόν Δ.Σ.. Είναι αρχισυντάκτης στο www.cinemainfo.gr και προετοιμάζει το μεταπτυχιακό του στον κινηματογράφο.